τηλεβόλος

τηλεβόλος
τηλεβόλος
1 farflung

χερμάδι τηλεβόλῳ P. 3.49


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • τηλεβόλος — striking from afar masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλεβόλος — ο / τηλεβόλος, ον, ΝΜΑ νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. βλ. τηλεβόλο·|| αρχ. (για πέτρα ή για τόξο) αυτός που χτυπά τον στόχο του από μακριά. [ΕΤΥΜΟΛ. < τηλ(ε) * + βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. ευθυ βόλος] …   Dictionary of Greek

  • τηλεβολώτερον — τηλεβόλος striking from afar masc acc comp sg τηλεβόλος striking from afar neut nom/voc/acc comp sg τηλεβόλος striking from afar adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλεβόλον — τηλεβόλος striking from afar masc/fem acc sg τηλεβόλος striking from afar neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλεβόλοι — τηλεβόλος striking from afar masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλεβόλοις — τηλεβόλος striking from afar masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλεβόλου — τηλεβόλος striking from afar masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλεβόλους — τηλεβόλος striking from afar masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλεβόλων — τηλεβόλος striking from afar masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλεβόλῳ — τηλεβόλος striking from afar masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλ(ε)- — α συνθετικό λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στο επίρρημα τῆλε «μακριά» και προσδίδει στο β συνθετικό τη σημασία τού «μακριά, σε μεγάλη απόσταση από κάποιο σημείο». Το α συνθετικό τηλ(ε) γνώρισε μεγάλη επίδοση, ιδιαίτερα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”